Μερικά ποιήματα και αποσπάσματα που αξίζουν την προσοχή σας..
~
~
Η χώρα της σιωπής
Μελισσάνθη
Η χώρα της σιωπής είναι από κρύσταλλο
γαλάζιο κρύσταλλο, σαν από πάγο.
Εκεί χορεύουνε τα πάντα αθόρυβα
κι όλες οι εικόνες διαθλώνται στο άπειρο
Τα δάκρυα των παιδιών και τα παράπονα
αφήνουν το λεπτό ήχο της κιθάρας
Των σιωπηλών πλασμάτων τα χαμόγελα
ρόδινη ανταύγεια υψώνουν στα μεσούρανα
Και τα βαθιά βλέμματα της αγάπης
ανάβουν φλόγες πυρκαγιάς γαλάζιες
Στη χώρα της σιωπής ό,τι είναι γνήσιο
σαν μια καμπάνα ακούγεται γιορτάσιμη
που ανοίγει βουερούς θόλους στα ουράνια
Στη χώρα της σιωπής συχνά ακροάστηκα
τις ασημένιες κωδωνοκρουσίες
που υψώνει κάποιο σμήνος γερανών
Σε γάμους μυστικούς, σε λιτανείες
σε τελετές ουράνιες παρευρέθηκα
στη χώρα της σιωπής που είναι από κρύσταλλο
γαλάζιο κρύσταλλο, σαν από πάγο..
~
~
ΘΥΜΑΜΑΙ…
Κλέων Παράσχος
Θυμάμαι ένα μικρό νησί που αράξαμε ένα δειλινό
σε λόφους καταπράσινους λίγα σπιτάκια ασπρίζαν,
απ’ τα βουνά μες στο θαμπό που εγαλανίζαν φως,
μοσκόβολη αύρα στα πανιά του πλοίου λαφρά εφυσούσε,
Μες στη γλαυκή σιωπή γλυκά αναγάλλιαζε το παν,
ήρεμο εκύλα στον λαμπρόν αιθέρα ένα τραγούδι.
Μα εμείς, στα μάτια που είχαμε τα οράματα χρυσών
πόλεων παράξενων, και τροπικών, κι’ ολάσπρων πόλων,
αδιάφοροι εθωρήσαμε τ’ ωραίο μικρότατο νησί
κι’ αξένιαστοι ένα δειλινό το είδαμε αργά να σβήνει.
Μα τώρα, που τα οράματα σβύσαν των πόλεων των χρυσών
θυμάμαι το μικρό νησί, που αράξαμε ένα δείλι…
~
~
Αγάπη
Νότης Παναγιώτου
‘Όταν θα δεις το λαβωμένο μου χαμόγελο
πλάι σ’ ένα ανοιχτό βιβλίο,
τον ήλιο
να βασιλεύει πίσω απ’ το μέτωπό μου,
τις φούχτες μου σκιές γεμάτες και προσδοκίες χαμένες,
να ξέρεις, σε συλλογίζομαι.
Αγαπώ τη βροχή
γιατί μούσκεψε τα χέρια μας,
τον άνεμο
γιατί μπερδεύτηκε στα μαλλιά σου,
αγαπώ τη σιωπή
γιατί αφουγκράζομαι καλύτερα τα βήματά σου.
Δεν ήξερα να χαμηλώνω τα μάτια στο φως
γι’ αυτό σε κοίταζα κατάματα.
~
~
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΙΤΙ (απόσπασμα)
Αλκυόνη Παπαδάκη
Το χαμπέρι έφτασε και στο χωριό της πλαγιάς. Έφτασε σαν το κακό πουλί. Κι εσκέπασε σφιχτά με τις φτερούγες του τον ανθισμένο λόφο. Και τον έπνιξε.
Πρωί πρωί η “κυρία είσοδος” του κόκκινου σπιτιού έκλεισε μ’ ένα βρόντο σαν τη στριγγλιά. Και το μπρούτζινο χέρι με το δαχτυλίδι τινάχτηκε δυο φορές στον αέρα και χτύπησε δίχως σκοπό. Τακ. Τακ.
Περάστε! είπε η μοίρα στη συφορά. Κι εκείνη πέρασε ευγενικά και εστρογγυλοκάθισε στον καναπέ, δίπλα στο μαντολίνο του Νικόλα και στα δαντελένια μαξιλαράκια της κυρίας Κατίνας.
Κείνη τη μέρα μαζευτήκανε όλοι στο σπίτι της Σμυρνιάς. Από κει θα φεύγανε οι πέντε άντρες.
“Θα ‘ρθουμε πίσω”, λέγανε. Γιατί προσπαθούσανε να δώσουνε κουράγιο στις γυναίκες. Και γελούσανε. Μα το γέλιο έπεφτε από το μισό τους χείλι σαν τ’ αποτσίγαρο. Κι έσβηνε…
~
~
Το Πρωτοβρόχι
Σικελιανός Άγγελος
Σκυμμένοι από το παραθύρι…
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ’ από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντας η βροχή!
H σκόνη πήρ’ ανάερο δρόμο…
K’ εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλια ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα να μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ’ αλλουνού τον ώμο
ρωτάγαμε: “T’ είναι πό’χει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ’ τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;”
Kι άχνισα – τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ’ έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ’ η άσωτη πνοή…
Mου γιόμισ’ ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!…
K’ έσκυψ’ απάνω από τ’ αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ’ άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ’ τα μύρα
δε μπορεί να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά ‘πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά ‘πια· κι ως σ’ άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!…
~
~
Για τους Φτωχούς Ανθρώπους
Τάκης Κ. Παπατσώνης
Κάρβουνο των μαλλιών σου, αστραπές των ματιών,
βασιλική σου εσθήτα, είτε χάρη της κορμοστασιάς,
δροσιά της νιότης, το μέλος της φωνής,
η αγγελική σου η όψη, το κάλλος κι’ η ευμορφία,
- δεν είναι αυτά που κατισχύσαν, για να σύρουν
από το δώμα της μεγαλοσύνης του το Βασιλιά
των Ουρανών προς τη δική μας φαύλη ζωή,
για να γυρέψει σάρκωση στο σώμα σου, ω Μαρία,
μητέρα των Χαρίτων, έσοπτρο των Αγαλλιάσεων·
αλλά η ταπείνωση σου, μονάχη αυτή κατίσχυσε,
που υπήρξε τόσο ογκώδης, ώστε να καταπατά
τα εμπόδια της παμπάλαιας καταφρόνιας.
Ίδια ταπείνωση παράσχουν και σε μένα τώρα,
τα χνάρια της ακολουθώντας, ν’ ανεβώ
κατανυγμένα στα Βασίλεια τα μακαριστά.
Ω άστρο ανέσπερο, άστρο αυγερινό, που δεν είδε
η σπίθα του βασίλεμα, άστρο, που όλο το Σύστημα
Βοριά και Νότου καταργείς, γερό πηδάλιο
στο ακάτιο του αλιέα Πέτρου, δίφρε
του δισυπόστατου του Γρύπα, που μιαν άνοιξη
παράτησε όλη την Άνω Νύμφη του Ιερουσαλήμ
και βάλθηκε να γίνει φάρμακο ιατρείας,
αφού πρωτύτερα αυτοβούλως φυλακώθηκε
στη στενοχώρια του κελιού μιανής Παρθένου:
ιατρείας του κακού, που με ανυπακοή του,
κάτω απ’ τα μάγια μιάς προϊστορικής Μηλιάς,
ένα πρωτόβγαλτο ζευγάρι εργάσθηκε για συφορά μας,
σκάβοντας το δικό του και δικό μας λάκκο·
- ω άστρο λοιπόν, πηδάλιο, δίφρε, Παναγία,
εκεί που εδραιώθηκες, κυβέρνα μας για πάντα.
Εγώ, με όση μου δύναμη, ανιστόρησα
τις δόξες σου, και πέφτω και σε προσκυνώ.
Ρίξε και συ τα ελέη σου προς την κατάντια μου,
Δέσποινα τ’ Ουρανού, που του στολίζεις
το θόλο με το βαθυγάλαζο χιτώνα σου,
και με το καπνισμένο απ’ τα κεριά
των δεήσεών μας το ευλαβές σου ομοίωμα
μας κυριαρχείς στην κόγχη της Εκκλησίας,
Βασίλισσα αδιαφιλονίκητη της προστασίας.
Μα τις δόξες που χαίρεσαι, άγια Παρθένο,
παρακαλώ σε, την ελπίδα που μου εμπνέεις,
κάμε την πράξη γρήγορα, πρόσεξέ τα
τ’ άθλια μου δάκρυα, συμπόνεσέ με,
βλέπε την, πως με αποτραβάει απ’ την ευθεία
η αστάθεια των βημάτων, και τις διαβολές
κατάλυσε εκείνου, που στο αυτί μου σφυρίζει.
Κοντά σου, βέβαια, πλούσια αξιομισθία της
θα βρει τόση μου αγάπη· της λείπει μόνο
η ευστάθεια· καθίδρυσέ την, και παρευθύς
τόσοι σωρείτες ραθυμίας και σφαλμάτων
θα διαλυθούν. Και τότε, θα ξεθαρρέψω
να σου δεηθώ γι’ αυτό που κρύβω μυστικό:
καμιά παράκληση δεν έχω για τον εαυτό μου·
για όλον ετούτον το λαό μας θα σου δεηθώ,
που αγρίεψε πια απ’ τον πόνο, πια απελπίστη,
ζητάει λιγάκι ειρήνεψη, ν’ ανασάνει.
Άλλοτε του την έδινες πλουσιοπαρόχως,
πικρό παράπονο τό’χει, που τον αμέλησες.
Μάνα τους σ’ έλεγαν, και μάνα τους στεκόσουν.
Δείξε τους πάλι την καρδιά σου, Ειρηνοφόρα μου.
Στους ταπεινούς, η ταπεινή φανερώσου,
Περιστερά πάλι του Νώε μαντατοφόρα,
στήριξε στη γαλήνη τους φτωχούς ανθρώπους.
Τάχυνε, τώρα που άκουσες το μυστικό μου,
είναι καημός που χρόνια με παιδεύει.
~
~
Προσωπικά το αγαπημένο μου ποίημα είναι το «Η Πόλις» του Κωνσταντίνου Καβάφη
~
~
Η Πόλις
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλη αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις –
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
~~~~~
Σχετικά Άρθρα:





